0 items
No products in the cart.
Return to ShopΗ ανάγκη ρύθμισης και ελέγχου της Τεχνητής Νοημοσύνης είναι πλέον παγκόσμια, και η νομοθεσία σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο προσπαθεί να καλύψει το κενό μεταξύ καινοτομίας και υπευθυνότητας.

Artificial Intelligence
Η ταχύτατη ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργήσει πρωτοφανείς δυνατότητες σε πάρα πολλούς τομείς της ζωής μας όπως ενδεικτικά στην οικονομία, την εκπαίδευση, την υγεία, τη Δημόσια Διοίκηση αλλά και την καθημερινή μας ζωή εν γένει. Παράλληλα, όμως, έχει εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την ασφάλεια, τη διαφάνεια, την ηθική χρήση και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η ανάγκη ρύθμισης και ελέγχου της Τεχνητής Νοημοσύνης είναι πλέον παγκόσμια, και η νομοθεσία σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο προσπαθεί να καλύψει το κενό μεταξύ καινοτομίας και υπευθυνότητας.
Η ταχεία διείσδυση της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας συνοδεύεται από εντυπωσιακές προοπτικές, αλλά και σημαντικούς κινδύνους. Καθώς οι αλγόριθμοι και τα συστήματα αυτά αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη αυτονομία, η ανάγκη για έλεγχο και εποπτεία του παραγόμενου περιεχομένου καθίσταται επιτακτική. Η απουσία ρυθμιστικών μηχανισμών ή η ελλιπής αξιολόγηση των αποτελεσμάτων που παράγει η ΤΝ μπορεί να οδηγήσει σε ένα φάσμα προβλημάτων – από κοινωνικές στρεβλώσεις έως απειλές για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Η πρώτη και ίσως πιο άμεση απειλή αφορά την παραπληροφόρηση και τη διασπορά ψευδών ειδήσεων. Με την ανάπτυξη προηγμένων μοντέλων παραγωγής κειμένου, εικόνας και ήχου, όπως τα λεγόμενα “deepfakes”, η διάκριση μεταξύ πραγματικότητας και ψηφιακής κατασκευής καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής. Τέτοια εργαλεία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη δημιουργία ψεύτικων δηλώσεων πολιτικών, αλλοιωμένων φωτογραφιών ή παραποιημένων βίντεο, επηρεάζοντας εκλογικές διαδικασίες και υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη των πολιτών στα μέσα ενημέρωσης και τους θεσμούς. Η ανεξέλεγκτη παραγωγή περιεχομένου, χωρίς διαδικασίες πιστοποίησης της προέλευσής του, συνιστά απειλή για τον ίδιο τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας.
Ένας δεύτερος σημαντικός κίνδυνος σχετίζεται με τη διάδοση και ενίσχυση προκαταλήψεων. Τα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης εκπαιδεύονται σε τεράστιους όγκους δεδομένων που αντικατοπτρίζουν τις κοινωνικές ανισότητες και τα στερεότυπα που υπάρχουν στον πραγματικό κόσμο. Όταν αυτά τα δεδομένα δεν φιλτράρονται ή δεν ελέγχονται δεοντολογικά, η μηχανή μαθαίνει και αναπαράγει τις ίδιες διακρίσεις. Έτσι, εφαρμογές που χρησιμοποιούνται για προσλήψεις, τραπεζικές αξιολογήσεις ή συστήματα ποινικής δικαιοσύνης μπορεί να καταλήξουν να λειτουργούν μεροληπτικά εις βάρος συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, δημιουργώντας ένα τεχνολογικό υπόβαθρο αδικίας.
Η έλλειψη λογοδοσίας αποτελεί έναν ακόμη πυρήνα προβληματισμού. Όταν μια μηχανή λαμβάνει αποφάσεις χωρίς δυνατότητα ανθρώπινης παρέμβασης, τίθεται το ερώτημα ποιος φέρει την ευθύνη για τις συνέπειες. Αν ένα αυτόνομο όχημα προκαλέσει ατύχημα ή ένα σύστημα Τεχνητής Νοημοσύνης δώσει εσφαλμένη ιατρική διάγνωση, η απουσία διαφάνειας στους αλγορίθμους καθιστά δυσχερή την απόδοση ευθυνών. Η μη ελεγχόμενη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί, επομένως, να οδηγήσει σε ένα περιβάλλον ανομίας, όπου η τεχνολογία λειτουργεί εκτός των ορίων της ανθρώπινης εποπτείας και του δικαίου.
Σε νομικό επίπεδο, ανακύπτουν σοβαρά ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων και πνευματικών δικαιωμάτων. Η εκπαίδευση των συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης απαιτεί τεράστιες ποσότητες δεδομένων, τα οποία συχνά περιλαμβάνουν ευαίσθητες πληροφορίες για ταυτοποιήσιμα άτομα. Αν τα δεδομένα αυτά συλλέγονται ή χρησιμοποιούνται χωρίς συγκατάθεση, παραβιάζονται βασικές διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (GDPR). Παράλληλα, η παραγωγή νέου περιεχομένου από Τεχνητή Νοημοσύνη που έχει εκπαιδευτεί σε έργα τρίτων χωρίς άδεια, εγείρει προβλήματα παραβίασης πνευματικής ιδιοκτησίας και ιδιοκτησιακής αβεβαιότητας. Ποιος είναι, άραγε, ο δημιουργός ενός έργου που παράγει ένας αλγόριθμος; Ο προγραμματιστής, ο χρήστης ή η ίδια η μηχανή;
Σε τεχνικό πεδίο, οι κίνδυνοι συνδέονται με την ανακρίβεια των αποτελεσμάτων και τις λεγόμενες “παραισθήσεις” (hallucinations) των συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης. Ένα μοντέλο μπορεί να παράγει απαντήσεις που φαίνονται πειστικές αλλά είναι εσφαλμένες ή εντελώς κατασκευασμένες. Αν τέτοια αποτελέσματα χρησιμοποιηθούν σε ιατρική διάγνωση, δικαστική ανάλυση ή δημόσια πολιτική, οι επιπτώσεις μπορεί να είναι εξαιρετικά σοβαρές. Επιπλέον, η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει στόχο κυβερνοεπιθέσεων ή να χειραγωγηθεί από κακόβουλους παράγοντες ώστε να λαμβάνει ψευδείς εντολές και να παράγει παραπλανητικό περιεχόμενο.
Σε πολιτικό επίπεδο, η ανεξέλεγκτη Τεχνητή Νοημοσύνη ενέχει τον κίνδυνο εργαλειοποίησης της πληροφορίας και γεωπολιτικής εκμετάλλευσης. Κράτη ή οργανωμένα δίκτυα μπορούν να χρησιμοποιήσουν την Τεχνητή Νοημοσύνη για να επηρεάσουν εκλογές, να διασπείρουν προπαγάνδα ή να αποσταθεροποιήσουν κοινωνίες μέσω παραπλανητικών εκστρατειών. Η ασυμμετρία μεταξύ κρατών που διαθέτουν ανεπτυγμένες τεχνολογικές υποδομές και εκείνων που δεν διαθέτουν, ενισχύει το παγκόσμιο ψηφιακό χάσμα και θέτει ζητήματα διεθνούς ισορροπίας.
Όλοι αυτοί οι κίνδυνοι αναδεικνύουν την αναγκαιότητα για συστηματικό έλεγχο του περιεχομένου που παράγεται ή χρησιμοποιείται από την Τεχνητή Νοημοσύνη. Η Ευρωπαϊκή Λευκή Βίβλος για την Τεχνητή Νοημοσύνη (2020) έθεσε ήδη τις αρχές της εμπιστοσύνης, της ασφάλειας και της ανθρώπινης εποπτείας ως θεμέλια της ευρωπαϊκής προσέγγισης. Στην ίδια λογική, ο Κανονισμός AI Act (2024) επιχειρεί να θεσπίσει δεσμευτικούς κανόνες για τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την κατηγοριοποίηση των συστημάτων βάσει του επιπέδου κινδύνου που ενέχουν. Η προοπτική μιας ανθρώποκεντρικής Τεχνητής Νοημοσύνης, που θα λειτουργεί ως εργαλείο ενδυνάμωσης και όχι ελέγχου, προϋποθέτει την ύπαρξη σαφών μηχανισμών εποπτείας και αξιολόγησης.
Εν τέλει, η χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης χωρίς έλεγχο του περιεχομένου της συνιστά ένα διπλό ρίσκο, τόσο τεχνολογικό όσο και ηθικό. Από τη μία πλευρά, απειλεί την ακρίβεια, την ασφάλεια και τη διαφάνεια των πληροφοριών, ενώ από την άλλη πλευρά, κλονίζει τις αξίες πάνω στις οποίες οικοδομούνται οι δημοκρατικές κοινωνίες. Η λύση δεν είναι η αποφυγή της τεχνολογίας, αλλά η υπεύθυνη, ρυθμισμένη και διαφανής ενσωμάτωσή της στη δημόσια και ιδιωτική ζωή, υπό την επίβλεψη θεσμών και με ενεργό συμμετοχή του ανθρώπινου παράγοντα.

Η Ελλάδα υπήρξε μία από τις πρώτες χώρες της ΝΑ Ευρώπης, που προχώρησε στη θέσπιση οριζόντιας νομοθεσίας για τις αναδυόμενες τεχνολογίες, μέσα στις οποίες περιλαμβάνεται και η Τεχνητή Νοημοσύνη. Ο Νόμος 4961/2022, με τίτλο «Αναδυόμενες τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών, ενίσχυση της ψηφιακής διακυβέρνησης και άλλες διατάξεις», αποτελεί το πρώτο θεσμικό πλαίσιο που καλύπτει σύγχρονες τεχνολογίες όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη, το Διαδίκτυο, τα DLTs και τα έξυπνα συμβόλαια.
Ο νόμος αυτός θεσπίζει κανόνες για τη χρήση των νέων τεχνολογιών στον δημόσιο τομέα, διασφαλίζοντας αρχές διαφάνειας, ασφάλειας και προστασίας δεδομένων. Προβλέπει επίσης τη δημιουργία του Εθνικού Κέντρου Τεχνητής Νοημοσύνης, που έχει στόχο την προώθηση της έρευνας και της δεοντολογικής χρήσης της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Η ραγδαία ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης έχει μεταβάλει δραστικά το κοινωνικό, οικονομικό και θεσμικό περιβάλλον, εγείροντας σημαντικά ζητήματα σχετικά με την προστασία των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Ελλάδα, ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υιοθετεί και εφαρμόζει ένα σύνολο εθνικών και ευρωπαϊκών κανονιστικών πράξεων που στοχεύουν στη διασφάλιση της υπεύθυνης και ανθρωπoκεντρικής ανάπτυξης της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Ο Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (GDPR) αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του ευρωπαϊκού πλαισίου, εξασφαλίζοντας ότι η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων μέσω συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης διενεργείται με νομιμότητα, διαφάνεια και σεβασμό προς τα δικαιώματα των πολιτών. Ο Κανονισμός ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με τον Νόμο 4624/2019, ο οποίος καθορίζει, μεταξύ άλλων, την αρμοδιότητα της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ) ως ανεξάρτητου εποπτικού φορέα.
Επιπλέον, το Σύνταγμα της Ελλάδας, ιδίως στα άρθρα 2, 5 και 9Α, κατοχυρώνει την αξία του ανθρώπου, την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και την προστασία της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων, παρέχοντας ισχυρή θεσμική βάση έναντι των κινδύνων που προκύπτουν από τη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Συμπληρωματικά, ο Νόμος 3471/2006 ρυθμίζει ειδικότερα την προστασία των δεδομένων στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, διασφαλίζοντας την ασφάλεια των πολιτών απέναντι σε τεχνολογίες που αξιοποιούν συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο Κανονισμός για την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI Act), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Αυγούστου 2024, συνιστά το πρώτο ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο παγκοσμίως για τη ρύθμιση της Τεχνητής Νοημοσύνης. Ο Κανονισμός εισάγει κανόνες που διασφαλίζουν την ηθική, ασφαλή και αξιόπιστη ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης, με βάση την αρχή της αναλογικότητας και την αξιολόγηση κινδύνου κάθε συστήματος.
Η εφαρμογή του AI Act γίνεται σταδιακά με τις απαγορευμένες πρακτικές ΤΝ (όπως την μαζική επιτήρηση ή η κοινωνική βαθμολόγηση) να απαγορεύονται πλήρως από τον Φεβρουάριο του 2025, ενώ τους κανόνες για τα συστήματα υψηλού κινδύνου και τα γενικού σκοπού μοντέλα Τεχνητής Νοημοσύνης (π.χ. μεγάλα γλωσσικά μοντέλα) να εφαρμόζονται έως το 2026. Παρότι ο Κανονισμός έχει άμεση ισχύ σε όλα τα κράτη-μέλη, η Ελλάδα, όπως και τα περισσότερα κράτη της Ε.Ε., βρίσκεται ακόμη στη διαδικασία σύστασης των εθνικών εποπτικών αρχών που θα είναι υπεύθυνες για την εποπτεία και επιβολή των διατάξεών του (Cullen International, 2025).
Σε διεθνές επίπεδο, η UNESCO και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθούν την ενσωμάτωση ηθικών αρχών στη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης, όπως η διαφάνεια, η λογοδοσία, η μη διάκριση, η δικαιοσύνη και ο σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Οι αρχές αυτές, σε συνδυασμό με το ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο, ενισχύουν την προοπτική μιας Τεχνητής Νοημοσύνης, που αναπτύσσεται προς όφελος του ανθρώπου και της κοινωνίας, προάγοντας τη βιώσιμη και δημοκρατική τεχνολογική πρόοδο.
Στην Ελλάδα υπάρχουν κάποιες σημαντικές πρωτοβουλίες και εξελίξεις τον τελευταίο καιρό σχετικά με κώδικες δεοντολογίας για την Τεχνητή Νοημοσύνη όπως η στρατηγική για την ανάπτυξη Κώδικα Δεοντολογίας για γενικά μοντέλα ΤΝ (General-Purpose AI) σε συνεργασία με ακαδημαϊκά ιδρύματα, με τη βιομηχανία και την κοινωνία των πολιτών. Επίσης, η ΠΟΕΣΥ (Πανελλήνια Ομοσπονδία Ενώσεων Συντακτών) παρουσίασε τον Κώδικα Δεοντολογίας για τη χρήση της Τεχνητή Νοημοσύνη από δημοσιογράφους τον Μάιο του 2025, με βασική αρχή τη διαφάνεια και τον ανθρώπινο έλεγχο ως απαραίτητο παράγοντα.
Συνεπώς, η Ελλάδα διαθέτει ένα συνεκτικό θεσμικό και συνταγματικό υπόβαθρο για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έναντι των κινδύνων της Τεχνητής Νοημοσύνης, το οποίο ενισχύεται σημαντικά από τον νέο Κανονισμό AI Act. Παρότι η πλήρης εφαρμογή του βρίσκεται σε εξέλιξη, η κατεύθυνση είναι σαφής και συνίσταται στην ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης με τέτοιο τρόπο ώστε να συνδυάζει την τεχνολογική καινοτομία και τον σεβασμό στις δημοκρατικές αξίες και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η στρατηγική προσέγγιση για την Τεχνητή Νοημοσύνη θεμελιώθηκε ήδη από το 2020 με τη δημοσίευση της «Λευκής Βίβλου για την Τεχνητή Νοημοσύνη» (White Paper on Artificial Intelligence), με την οποία τέθηκαν ως βασικές αρχές της ευρωπαϊκής πολιτικής η αριστεία, η εμπιστοσύνη, η ασφάλεια και ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα. Η Λευκή Βίβλος αποτέλεσε το προοίμιο του Κανονισμού AI Act και καθόρισε ως φιλοσοφία της ευρωπαϊκής ρύθμισης την ανάπτυξη μιας αξιόπιστης, ανθρωποκεντρικής και δεοντολογικής τεχνητής νοημοσύνης. Η Λευκή Βίβλος δημοσιεύτηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 19 Φεβρουαρίου 2020. Σκοπός της είναι η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ιδιωτικότητας, της διαφάνειας και της ασφάλειας των πολιτών, αλλά και της ασφαλούς χρήσης της Τεχνητής Νοημοσύνης από εταιρίες και οργανισμούς. Με αυτόν τον τρόπο, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να εξασφαλίσει ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα εξελίσσεται προς όφελος της κοινωνίας και όχι εις βάρος των ανθρώπων.
Ο νόμος για την Τεχνητή Νοημοσύνη (Ai Act) αποτελεί το πρώτο ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο για την Τεχνητή Νοημοσύνη παγκοσμίως και περιλαμβάνει μια δέσμη μέτρων που εγγυώνται την ασφάλεια και τα θεμελιώδη δικαιώματα των ανθρώπων και των επιχειρήσεων στα πλαίσια της χρήσης της ενώ ενισχύει τις επενδύσεις και την καινοτομία στην Τεχνητή Νοημοσύνη σε ολόκληρη την Ε.Ε.
Η σχέση μεταξύ του AI Act και της Λευκής Βίβλου για την Τεχνητή Νοημοσύνη είναι ουσιαστική και συμπληρωματική. Η Λευκή Βίβλος ήταν το πρώτο βήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την διαμόρφωση μιας στρατηγικής για την AI, θέτοντας το πλαίσιο και τους βασικούς στόχους για την ανάπτυξη και την ρύθμιση της τεχνολογίας αυτής στην Ευρώπη.
Ο AI Act (Artificial Intelligence Act), (ΕΕ) 2024/1689, εγκρίθηκε τον Μάιο 2024 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Αυγούστου 2024 μετά την Λευκή Βίβλο του 2020, η οποία καθόρισε τη στρατηγική της ΕΕ για μια ανθρωποκεντρική και αξιόπιστη Τεχνητή Νοημοσύνη. Ο Κανονισμός εισάγει μια προσέγγιση βάσει κινδύνου και θέτει κανόνες για τη διαφάνεια, την εποπτεία, και την ευθύνη των συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης.
Η AI Act διαχωρίζει τα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης σε τέσσερις κατηγορίες και συγκεκριμένα τις απαγορευμένες πρακτικές, τις πρακτικές υψηλού κινδύνου, περιορισμένου κινδύνου και ελάχιστου κινδύνου. Για κάθε κατηγορία προβλέπονται διαφορετικές υποχρεώσεις συμμόρφωσης.
Ο Κανονισμός εφαρμόζεται σε πολλές περιπτώσεις και εξωεδαφικά, δηλαδή και εκτός ΕΕ. Οι κυρώσεις για την μη συμμόρφωση σε αυτόν είναι ιδιαίτερα αυστηρές και φτάνουν έως 35 εκατομμύρια ευρώ ή 7% του παγκόσμιου κύκλου εργασιών.
Το Ευρωπαϊκό Γραφείο Τεχνητής Νοημοσύνης (European AI Office, το οποίο συστάθηκε με την Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής 2024/1459, λειτουργεί ως το κεντρικό εκτελεστικό όργανο της Ε.Ε. για την εποπτεία, εφαρμογή και τεχνική υλοποίηση του Κανονισμού για την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI Act) στα Κράτη Μέλη. Έχει αρμοδιότητα να παρακολουθεί τη συμμόρφωση των συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης, να συντονίζει τον έλεγχο των μοντέλων γενικού σκοπού (GPAI), να εκδίδει κατευθυντήριες οδηγίες, να διενεργεί έρευνες συμμόρφωσης, καθώς και να επιβάλλει κυρώσεις σε ενωσιακό επίπεδο όταν απαιτείται.
Παράλληλα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Τεχνητής Νοημοσύνης (European AI Board) προβλέπεται απευθείας μέσα από τον AI Act ως το συνεργαζόμενο όργανο των εθνικών εποπτικών αρχών Τεχνητής Νοημοσύνης των κρατών-μελών. Ο ρόλος του είναι συμβουλευτικός και συντονιστικός Εκδίδει γνώμες, ενισχύει την ομοιόμορφη εφαρμογή του AI Act και διασφαλίζει ότι οι εθνικές αρχές ακολουθούν κοινές διαδικασίες και προδιαγραφές.
Τα δύο όργανα συνδέονται στενά, καθώς το AI Office λειτουργεί ως η εκτελεστική/τεχνική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Τεχνητής Νοημοσύνης, ενώ το AI Board αποτελεί το πολιτικο-ρυθμιστικό όργανο που εκπροσωπεί τα κράτη-μέλη. Τα δυο αυτά όργανα συγκροτούν από κοινού τον πυρήνα της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης της Τεχνητής Νοημοσύνης, συνδυάζοντας εκτελεστικές, ρυθμιστικές και εποπτικές εξουσίες για τη διασφάλιση της ασφαλούς, αξιόπιστης και ανθρωποκεντρικής χρήσης της Τεχνητής Νοημοσύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ξεκίνησε τις εργασίες για την κατάρτιση ενός κώδικα δεοντολογίας σχετικά με την προώθηση και την επισήμανση του περιεχομένου που παράγεται με Τεχνητή Νοημοσύνη. Ο επικείμενος κώδικας δεοντολογίας για τη διαφάνεια του περιεχομένου που παράγεται από τεχνητή νοημοσύνη θα είναι ένα εθελοντικό μέσο που θα βοηθά τους παρόχους συστημάτων παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης να εκπληρώνουν αποτελεσματικά τις υποχρεώσεις τους σε θέματα διαφάνειας. Θα υποστηρίζει τη σήμανση του περιεχομένου που παράγεται από τεχνητή νοημοσύνη, συμπεριλαμβανομένων συνθετικών ήχων, εικόνων, βίντεο και κειμένων, σε μορφές αναγνώσιμες από μηχανές, ώστε να είναι δυνατή η ανίχνευσή του. Ο Κώδικας θα βοηθήσει, επίσης, τους χρήστες που χρησιμοποιούν deepfakes ή περιεχόμενο που δημιουργείται με τεχνητή νοημοσύνη να γνωστοποιούν με σαφήνεια τη συμμετοχή της τεχνητής νοημοσύνης, ιδίως όταν ενημερώνουν το κοινό για θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος.
Οι υποχρεώσεις αυτές θα τεθούν σε ισχύ τον Αύγουστο του 2026, συμπληρώνοντας τους υφιστάμενους κανόνες, όπως εκείνους που αφορούν τα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης υψηλού κινδύνου ή τα μοντέλα Τεχνητής Νοημοσύνης γενικού σκοπού (general-purpose AI models).

Η παγκόσμια κοινότητα έχει αναγνωρίσει την ανάγκη για διεθνή συντονισμό στη ρύθμιση της Τεχνητής Νοημοσύνης. Το Συμβούλιο της Ευρώπης υιοθέτησε το 2024 το Πλαίσιο-Σύμβαση για την Τεχνητή Νοημοσύνη, τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, τη Δημοκρατία και το Κράτος Δικαίου, που αποτελεί την πρώτη διεθνή δεσμευτική συμφωνία για υπεύθυνη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα και άλλες χώρες διαμορφώνουν τις δικές τους νομοθεσίες.
Στις ΗΠΑ το California Privacy Protection Agency (CPPA) έχει εκδώσει Κανονισμούς για την χρήση της τεχνολογίας αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων (ADMT), επιτρέποντας στους καταναλωτές να ενημερώνονται και να έχουν την δυνατότητα να εξαιρεθούν από ορισμένες αυτοματοποιημένες δραστηριότητες λήψης αποφάσεων ενώ επικεντρώνονται στην ασφάλεια και τη διαφάνεια αυτών. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (SEC’s AI Rules) προτείνει νέους κανονισμούς για την αντιμετώπιση συγκρούσεων συμφερόντων που προκύπτουν από την χρήση της AI από διαμεσολαβητές και επενδυτικούς συμβούλους.
Το ICO (Information Commissioner’s Office) του Ηνωμένου Βασιλείου εξέδωσε το «Guidance on AI and Data Protection», που αφορά τη σωστή και νόμιμη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) σύμφωνα με τη νομοθεσία για την Προστασία Προσωπικών Δεδομένων, δίνοντας έμφαση στην ενσωμάτωση της δικαιοσύνης και της διαφάνειας κατά την διάρκεια του κύκλου ζωής της AI, καθώς και στην υποστήριξη της υιοθέτησης νέων τεχνολογιώνενώ προστατεύει τα άτομα και τις ευάλωτες ομάδες.
Στην Μέση Ανατολή και Νότια Ασία έχουν εκδοθεί οι DIFC Data Protection Regulations. Στο Ντουμπάι, το Διεθνές Χρηματοοικονομικό Κέντρο (DIFC) έχει θεσπίσει τροποποιήσεις στους Κανονισμούς Προστασίας Δεδομένων που καλύπτουν την επεξεργασία Προσωπικών Δεδομένων μέσω αυτόνομων και ημιαυτόνομων συστημάτων όπως η AI, προωθώντας την διαφάνεια και την ασφάλεια.
Η Κίνα δίνει έμφαση στον κρατικό έλεγχο και τη διαχείριση δεδομένων ενώ στον Καναδά υιοθετούνται πιο ευέλικτες, μη δεσμευτικές προσεγγίσεις.
Η E-LAWSPENTZOU είναι μια νέα ηλεκτρονική πύλη που προσφέρει έναν ευέλικτο τρόπο παροχής νομικών υπηρεσιών στον ιδιώτη και την επιχείρηση εμπνευσμένο από την φιλοσοφία της αρμονικής συνένωσης της σύγχρονης τεχνολογικής και διαδικτυακής πραγματικότητας με την καινοτομία, την πρωτοπορία και την ασφάλεια παροχής υπηρεσιών σε έναν κλάδο που από την φύση του είναι συνυφασμένος με την παράδοση και την γραφειοκρατία. Τον κλάδο του Δικαίου και της παροχής Νομικής Προστασίας.
Δευτέρα - Παρασκευή: 09:00 - 17:00