Η διαδικασία η οποία ακολουθείται σε γενικές γραμμές έχει ως εξής: Ο επισπεύδων δανειστής επιδίδει με δικαστικό επιμελητή εξώδικο έγγραφο-κατασχετηρίο, το οποίο περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα κατ’ άρθρον 118 ΚΠολΔ στοιχεία ενός δικογράφου. Το δε κατασχετήριο αποτελεί συστατικό στοιχείο για την επιβολή της κατάσχεσης και ταυτόχρονα τον απαραίτητο τύπο αυτής. Δεν δύναται δηλαδή να επιβληθεί κατάσχεση εις χείρας τρίτου με τρόπο διάφορο του ως άνω περιγραφόμενου. Δέον δε να σημειωθεί ότι πρόκειται για δύο επιδόσεις του κατασχετηρίου, ήτοι μία στον τρίτο εις χείρας του οποίου θα διενεργηθεί η κατάσχεση και μία δεύτερη, η οποία γίνεται στον καθ’ ου η κατάσχεση-οφειλέτη και η οποία σύμφωνα με το άρθρο 983 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει μέσα σε οκτώ ημέρες από την πρώτη επίδοση.
Μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου του επιδοθεί το κατασχετήριο, ο τρίτος οφείλει να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση και συνάμα να αναφέρει ποιος την επέβαλε και για ποιο ποσό. Η δήλωση γίνεται προφορικά στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας εκείνου που δηλώνει και συντάσσεται σχετική έκθεση. Η παράλειψη της δήλωσης εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση. Αν η δήλωση παραλειφθεί ή είναι ανακριβής, ο τρίτος ευθύνεται να αποζημιώσει αυτόν που επέβαλε την κατάσχεση. Για τα νομικά πρόσωπα κρίσιμη είναι η πραγματική έδρα τους.
Η δήλωση του τρίτου μπορεί να είναι α) θετική, β) αρνητική ή γ) ανακριβής. Θετική είναι η δήλωση του τρίτου όταν αυτός αποδέχεται ότι υπάρχει απαίτηση που κατασχέθηκε ή ότι έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα ή ότι έχει υποχρέωση για τη μεταβίβαση της κυριότητας του κινητού πράγματος. Αρνητική είναι η δήλωση όταν ο τρίτος αρνείται ότι υπάρχει απαίτηση ή η υποχρέωση για μεταβίβαση κυριότητας κινητού. Η ανακριβής δήλωση συνίσταται όχι μόνο στην από τον τρίτο απόκρυψη της οφειλής του έναντι του καθ’ ου, αλλά και στην ασαφή έκθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τη μεταξύ τους έννομη σχέση.
Όταν ο τρίτος δηλώνει ότι υπάρχει απαίτηση που κατασχέθηκε, πρέπει συγχρόνως να αναφέρει με τρόπο σαφή και ορισμένο όλα τα ουσιώδη περιστατικά του χρέους. Όταν ο τρίτος δεν προβαίνει σε καταφατική δήλωση, οφείλει να περιλάβει στη δήλωσή του όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, η παράλειψη ή η ανακρίβεια των οποίων είναι δυνατόν να προξενήσει ζημία στον κατασχόντα, η δήλωση πρέπει να είναι ειλικρινής, σαφής και ορισμένη, ώστε να προκύπτει η τυχόν υποχρέωση του τρίτου.
Αρμόδιο όργανο υποβολής της δήλωσης είναι η γραμματεία του Ειρηνοδικείου του τόπου κατοικίας εκείνου που προβαίνει στη δήλωση (985 § 2 ΚΠολΔ), ενώ για τα νομικά πρόσωπα κρίσιμη είναι η πραγματική έδρα τους.
Χρησιμοποιούμε cookies για να διασφαλίσουμε ότι σας προσφέρουμε την καλύτερη εμπειρία στον ιστότοπό μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι είστε ικανοποιημένοι με αυτόν.